Τη σπάθα σήκωσε και πάλι
Του ξένου πάρε το κεφάλι
Τον θάνατό σου καρτεράνε
Χτύπα προτού σε φάνε
Αδέρφι την καρδιά σου να ‘ν’ ατσάλι
Κάνε την καρδιά σου φυλακή
Ό,τι μας κλέψανε
Και μας ντροπιάσανε
Αν θες να τ’ αναστήσεις πάλι
Σήκωσε σπάθα φονική
Τη λευτεριά σου μην τη ζητιανεύεις
Το δίκιο σου με λόγια μη γυρεύεις
Τη σπάθα σήκωσε και πάλι
Του ξένου πάρε το κεφάλι
Τον θάνατό σου καρτεράνε
Χτύπα προτού σε φάνε
Κι εφέτος η πρωτοχρονιά στη φυλακή με βρίσκει
κι’ άδειο κανίσκι ειν’ η καρδιά και μαύρη γύρω μου ίσκιοι
Κι έτσι καθώς σε σκέφτομαι χαρά που μου ‘χεις λείψει
μου σιγοτραγουδά η βροχή του σύννεφου τη θλίψη
Μην καρτεράτε να λυγίσουμε μήτε για μια στιγμή
μητ’ όσο στη κακοκαιριά λυγάει το κυπαρίσσι
έχουμε τη ζωή πολύ πάρα πολύ αγαπήσει.
Θωμάς Μπακαλάκος και Γιώργος Υδραίος τραγουδούν το “μην καρτεράτε” σε στίχους Φώτη Αγγουλέ και μουσική του Θωμά Μπακαλάκο.
Όμορφη που΄ναι η Κρήτη
Ε και να ΄μουν αετός
να την καμάρωνα απ΄την κορφή του αγέρα.
Παντέρμη Κρήτη
πόσες γενιές φωνάζεις,
ποιος σ΄ακούει;
Φοβέρα θέλει κι ο Θεός
για να γενεί το θάμα Του.
Πιάσε το ντουφέκι,
πιάσε πάλι το ντουφέκι.
Μουσική Μάνος Χατζιδάκις
Ερμηνεία Φλέρυ Νταντωνάκη
Δίσκος Καπετάν Μιχάλης
Ηχογράφηση του 1970 στην Νέα Υόρκη στο σπίτι του Χατζιδάκι
Ρόδισε η ανατολή
κούνα παραμάνα το παιδί.
Ρόδισε η ανατολή
κούνα παραμάνα το παιδί.
Και ροβόλησε στη δύση
κούνα το παιδί
πριν τύχει και ξυπνήσει.
Η Φλέρυ Νταντωνάκη”δοκιμάζει” ένα νανούρισμα της Σμύρνης, σε ιδιωτική (κι ερασιτεχνική) ηχογράφηση του 1980. Το είχε πει παλιότερα κι ο Νίκος Χουλιαράς.
Προχωρεμένη νύχτα κι ο Μοραζάν αγρυπνάει
Σήμερα χτες αύριο εσύ το ξέρεις
Είναι μεγάλη η νύχτα κι ο Μοραζάν αγρυπνάει
Σήμερα χτες, αύριο, εσύ το ξέρεις.
Αδέρφια ξημερώνει κι ο Μοραζάν αγρυπνάει
( [ΠΡΟΛΟΓΙΖΕΙ Η ΕΙΡΗΝΗ ΠΑΠΠΑ]
Εις το ποίημα, ένα απ’ τα σημαντικότερα πρόσωπα ήταν μία κόρη ορφανή
την οποίαν οι άλλες πλέον ηλικιωμένες γυναίκες είχαν αναθρέψει και την αγαπούσαν
όλες ως θυγατέρα τους.Η νέα ενθουσιασμένη στρέφεται νοερώς προς τον άγγελο
τον οποίον είδε στο όνειρό της να της προσφέρει τα φτερά του. Γυρίζει έπειτα
προς τες γυναίκες να τους ειπεί ότι αυτή τα θέλει τα φτερά πραγματικώς,
αλλ’ όχι για να φύγει, αλλά για να τα κρατεί κλεισμένα εκεί κοντά τους
και να περιμένει μαζί τους την ώρα του θανάτου. )
Άγγελε, μόνον στ’ όνειρο μου δίνεις τα φτερά σου;
Ιδού, που τα σφυροκοπώ στον ανοιχτόν αέρα
τα θέλω ‘γω, να τάχω ‘γω, να τα κρατώ κλεισμένα.
Εδώ π’ αγάπης τρέχουνε βρύσες χαριτωμένες
αηδονολάλειε στήθος μου, πριν το σπαθί σε σχίσει.
Με σας να πέσω στο σπαθί κι άμποτε νάμαι πρώτη!
Τα μάτια δείχνουν έρωτα για τον απάνου κόσμο.
Και στη θωριά του, είν’ όμορφο το φως και μαγεμένο!
Χωρίς φιλί, χαιρετισμό, χωρίς ματιά να δώσω.
Τα σπλάχνα μου κι η θάλασσα ποτέ δεν ησυχάζουν
κι όσα άνθια θρέφει και καρπούς τόσ’ άρματα σε κλειούνε.
Μα πως να μη ξεχάσεις την αυλή σου
και την παλιά τη γνώμη καθενός,
όσους κρυφά περπάτησαν μαζί σου
να σημαδεύουν πάλι τη ζωή σου
και να ΄σαι το πουλί κι ο κυνηγός,
στις μαύρες λαγκαδιές του παραδείσου.
Βρόντα ουρανέ τους κεραυνούς δε σκιάζουμε,
ρίξε χαλάζι και βροχή δε νοιάζουμαι.
Αίμα και ιδρώτα τούτη τη γη την κέρασα,
άνοιξα δρόμο από φωτιές και πέρασα.
Άιντε παιδιά, άιντε παιδιά,
άιντε τα χέρια μας κουπιά.
Φωτιά στο άδικο φωτιά,
στο φώς ν΄ανοίξουμε πανιά.
Του πόνου εγώ μικρό παιδί κι ασήμαντο,
χτυπώ της μοίρας κάθε αυγή το σήμαντρο.
Στέκω αντίκρυ σου εγώ γυμνός και σε αψηφώ.
Άνθρωπος έγινα κι ορθός θα κρατηθώ.
Άιντε παιδιά, άιντε παιδιά,
άιντε τα χέρια μας κουπιά.
Φωτιά στο άδικο φωτιά,
στο φως ν΄ ανοίξουμε πανιά.
Θέλουμ’ αδερφέ πολλά
Για να γίνουμε πουλιά
Σίδερα και μηχανές
Γήπεδα και σκαλωσιές
Να μη σκέφτεσαι τον ήλιο
Του θανάτου το μαρτύριο
Να μην κλαις για το φεγγάρι
Δύο μέτρα παλικάρι
Ούτε σύννεφα ούτε λάμιες
Ούτε σπίτια ούτε νεράιδες
Θα πετάνε στους αιθέρες
Δεν φοβόμαστε λακέδες
Κυνηγοί θα κυνηγάνε
Τις φτερούγες μας να φάνε
Θα πετάμε στους αιθέρες
Δεν φοβόμαστε λακέδες
Αδερφέ στα λέω αυτά
Ξέροντας τ’ αντίθετα